Mario Dalmaviva

Έχουν περάσει χρόνια από τότε που, προσκαλεσμένος από τη Βαβέλ, συμμετείχα στο Φεστιβάλ Κόμικς που εκείνη τη χρονιά το θέμα του ήταν η ελευθερία και τα πολιτικά δικαιώματα. Είχα πάψει να σχεδιάζω κι ανακάλυψα με χαρά πόσο γνωστό ήταν στην Ελλάδα το μικρό τετράγωνο κελί μου. Δεν ξέρω να σχεδιάζω παρά ευθείες γραμμές, όμως αυτή η ανεπαρκής ικανότητά μου αρκούσε για να περιγράψει το τοπίο που θαύμαζα από το κελί μου. Τα υπόλοιπα, η γλώσσα, οι ατάκες, η ειρωνεία πήγαζαν από την ανάγκη να επικοινωνήσω στον έξω κόσμο τα αισθήματα, τις συγκινήσεις και τις σκέψεις εμάς των φυλακισμένων. Πολιτικοί κρατούμενοι ή όχι, άνδρες και γυναίκες που στερήθηκαν την ελευθερία τους. Κοιτούσα αμήχανος τα ίχνη εκείνης της άγνωστης γλώσσας  προσπαθώντας να θυμηθώ τις ρίζες της. Χάζευα το πλήθος των νέων και την ατμόσφαιρα γιορτής με τα συγκροτήματα και το θέατρο δρόμου. Παρατηρούσα τους επισκέπτες που, με τη μύτη κολλημένη στα τζάμια, διάβαζαν με προσοχή τις σελίδες που γέμιζαν τους τοίχους των μεγάλων χώρων. Θαύμαζα το έργο των διοργανωτών και φανταζόμουν την πραγματοποίηση μιας αντίστοιχης εκδήλωσης στην Ιταλία. Όλες εκείνες οι στιγμές έρχονται στο μυαλό μου, όσο βλέπω στην τηλεόραση τις εικόνες μιας Αθήνας γεμάτης διαδηλώσεις και συγκρούσεις με την αστυνομία. Η τραγωδία ενός λαού απελπισμένου κι οδηγημένου στην ένδεια από μια στενοκέφαλη και τυφλή Ευρώπη. Μια προβολή στο μέλλον που περιμένει και την Ιταλία. Η ειρωνεία, τώρα περισσότερο από ποτέ, πρέπει να γίνει  καταγγελία μιας ανθρώπινης συνθήκης που δεν μπορεί να ανέχεται την ταπείνωσή από συμμορίες λογιστών στην υπηρεσία του διεθνούς κεφαλαίου που διαφθείρει την ουσία της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.